Ο,τι σκεπτόμαστε ή βιώνουμε, ό,τι κάνουμε πρόθυμα ή απρόθυμα εξαρτάται, σε τελευταία ανάλυση, από τον εγκέφαλό μας. Εδρα κάθε ιδιαίτερης νοητικής μας λειτουργίας -της μνήμης, της γλώσσας, της σκέψης και των συναισθημάτων- ο εγκέφαλός μας αποτελεί αναμφίβολα το πιο πολύπλοκο όργανο του σώματός μας: ζούμε, γνωρίζουμε, σκεφτόμαστε, ερωτευόμαστε, ονειρευόμαστε, κυριολεκτικά υπάρχουμε ως νοήμονα έμβια όντα χάρη αποκλειστικά στη φυσιολογική λειτουργία των ιδιαίτερων δομών και λειτουργιών του εγκεφάλου μας. Εύλογα λοιπόν αμφισβητούνται, σήμερα, ως αντιεπιστημονικές οι υπερφυσικές «εξηγήσεις» που βασίζονται στην αρχαιότατη, αλλά από ό,τι φαίνεται πλέον περιττή ιδέα της «άυλης ψυχής», η οποία είτε δεν λαμβάνει υπόψη είτε παραβλέπει σκοπίμως ό,τι, εν τω μεταξύ, έχουμε ανακαλύψει σχετικά με τις εγκεφαλικές προϋποθέσεις των ιδιαίτερων νοητικών μας ικανοτήτων.
Ωστόσο, ο ανθρώπινος εγκέφαλος ήταν και παραμένει το πιο αινιγματικό γνωστικά αντικείμενο για τον ίδιο του τον εαυτό: μια ασύλληπτα πολύπλοκη βιολογική μηχανή επιβίωσης που, ενώ ζυγίζει μόλις 1.400 γραμμάρια, αποτελείται από περίπου 95 δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα (νευρώνες), τα οποία μέσω των τρισεκατομμυρίων διασυνδέσεών τους (συνάψεις) σχηματίζουν ένα ενιαίο δίκτυο από τις επιμέρους δομικές μονάδες και τα διαφορετικά λειτουργικά κέντρα του εγκεφάλου μας, από τα οποία εξαρτώνται άμεσα τόσο οι ζωικές όσο και οι πνευματικές λειτουργίες μας.Στα δύο προηγούμενα άρθρα, παρουσιάζοντας τις πιο πρόσφατες επιστημονικές ανακαλύψεις σχετικά με την επινόηση της γραφής και της ανάγνωσης, διαπιστώσαμε ότι δεν πρόκειται καθόλου για δύο γενετικά προκαθορισμένες ανθρώπινες ικανότητες. Καθώς και ότι τόσο η έκφραση όσο και η κατανόηση του ανθρώπινου λόγου -και ειδικότερα του γραπτού- προϋποθέτουν και συνοδεύονται από μια φρενήρη εγκεφαλική-νοητική δραστηριότητα, για τις εκδηλώσεις της οποίας απαιτείται η σχεδόν ταυτόχρονη ενεργοποίηση συγκεκριμένων δομών και πολυάριθμων λειτουργιών του εγκεφαλικού μας δικτύου.
Η νευροαφηγηματική ανάλυση της ανάγκης μας για ιστορίες
Γιατί, ωστόσο, οι άνθρωποι, απ’ όσο γνωρίζουμε, είναι τα μόνα έμβια όντα που μπορούν να αφηγούνται προφορικά ή γραπτά διάφορες ιστορίες, τις οποίες δημιουργούν επειδή έχουν ανάγκη να τις ακούνε ή να τις διαβάζουν; Ποια ζωτική βιολογική ή/και κοινωνική αναγκαιότητα εξυπηρετεί η εξέλιξη αυτής της εντυπωσιακής -και βιολογικά μοναδικής - αφηγηματικής μας ικανότητας; Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει το νέο ερευνητικό πεδίο της «Νευροαφηγηματικής» (Neuro-storytelling), η έρευνα δηλαδή των εγκεφαλικών προϋποθέσεων της ανθρώπινης αφηγηματικής ικανότητας, καθώς και των πολυάριθμων εκδηλώσεών της.
Χάρη στις νέες τεχνικές απεικόνισης των δομών και των λειτουργιών του εγκεφάλου των εθελοντών που συμμετείχαν σε αυτά τα πειράματα, άρχισαν να αποκαλύπτονται οι βασικοί εγκεφαλικοί μηχανισμοί και επιμέρους τα νευρωνικά κυκλώματα που ενεργοποιούνται όποτε ακούμε ή διαβάζουμε και όταν διηγούμαστε ή γράφουμε μια ιστορία. Πράγματι, από τις αρχές του 21ου αιώνα, αρκετές ερευνητικές ομάδες έκαναν διάφορες πειραματικές παρατηρήσεις για τις αντιδράσεις του ανθρώπινου εγκεφάλου απέναντι σε προφορικές ή γραπτές αφηγήσεις ιστοριών, με στόχο να διαφωτίσουν το βιολογικό υπόστρωμα αυτής της αινιγματικής ικανότητας, αλλά και τους λόγους ύπαρξης μόνο στο ανθρώπινο είδος αυτής της διαρκούς ανάγκης για αφηγήσεις.
Και όπως ήταν αναμενόμενο, οι έρευνες αυτές επιβεβαίωσαν ότι όντως υπάρχουν συγκεκριμένες εγκεφαλικές δομές και αντίστοιχοι μηχανισμοί που εμπλέκονται άμεσα και διαφέρουν μεταξύ τους όταν πρόκειται για μια γραπτή ή για μια προφορική αφήγηση. Η πραγματικά εντυπωσιακή και εντελώς απρόσμενη διαπίστωση που προέκυψε από τις συγκριτικές έρευνες ήταν ότι, κατά κανόνα, είναι τα ίδια νευρωνικά κυκλώματα και οι ίδιοι μηχανισμοί του εγκεφάλου μας που ενεργοποιούνται, είτε πρόκειται για μια «πραγματική» είτε για μια «επίπλαστη», μη ρεαλιστική αφήγηση. Γεγονός που μας αποκαλύπτει τόσο την αποφασιστική επίδραση όσο και την ακαταμάχητη γοητεία που μπορούν να ασκούν στη νοητική μας ζωή ορισμένες καλοφτιαγμένες ιστορίες, ακόμη κι αν πρόκειται μόνο για παραμύθια!
Εξάλλου, από όλες τις σχετικές έρευνες επιβεβαιώνεται ότι οι άνθρωποι είναι όντως τα μόνο έμβια όντα που δεν μπορούν να ζήσουν ισορροπημένα χωρίς κάποια κοινά αποδεκτά αφηγήματα, και γι’ αυτό νιώθουν διαρκώς την ανάγκη να επινοούν νέα, ενώ πολύ πρόθυμα αποδέχονται κάποιες ανεπαρκώς τεκμηριωμένες ή και εντελώς αυθαίρετες αφηγήσεις σχετικά με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τους. «Ο εγκέφαλός μας καταφεύγει στην τεχνική της «εξιστόρησης” για να βάζει τάξη στην αταξία και να δίνει κάποια λογική συνοχή σε ό,τι είναι λογικά ασυνεπές», όπως επισημαίνει ο Μάικλ Γκαζάνιγκα (Michael Gazzaniga), κορυφαίος σύγχρονος νευροεπιστήμονας και διάσημος συγγραφέας.
Ο εγκέφαλός μας,
λοιπόν, είναι μια δημιουργική αφηγηματική μηχανή που απεργάζεται
αδιάλειπτα λεκτικές και εικονιστικές ιστορίες, ακόμη και όταν κοιμάται.
Γιατί τι άλλο είναι τα όνειρα από αφηγήματα που αναδύονται αυθόρμητα και
τα βλέπουμε, παρά τη θέλησή μας, κατά τη διάρκειά του ύπνου; Νυχτερινές
αφηγήσεις που προκύπτουν όταν ο εγκέφαλός μας επεξεργάζεται και
συνδυάζει τις μνημονικές καταγραφές των πιο ευχάριστων ή τραυματικών
βιωμάτων μας. Και μέσω αυτής της ασυνείδητης ονειρικής επεξεργασίας ο
εγκέφαλός μας κατασκευάζει, κατά τη διάρκεια του ύπνου, το φαινομενικά
αλλόκοσμο ονειρικό σκηνικό, στο οποίο είμαστε μάλλον οι παθητικοί θεατές
παρά οι σκηνοθέτες.
Η βιολογική εξέλιξη του «Homo narrans»
![]() |
Η χαρακτηριστική ανάγκη μας να ακούμε, να αφηγούμαστε και να επινοούμε διαρκώς νέες ιστορίες είναι μοναδική και, απ’ όσο γνωρίζουμε, δεν εκδηλώνεται σε κανένα άλλο θηλαστικό, ούτε καν σε πρωτεύοντα. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα δημιουργική γλωσσική-νοητική ικανότητα, που μόνο οι άνθρωποι εκδηλώνουν επιγενετικά.
Αραγε, η διαχρονική παρουσία των αφηγηματικών πρακτικών στην ιστορία των ανθρώπων αποτελεί μια βασική προσαρμοστική μας ανάγκη ή είναι μόνο ένα επιφαινόμενο δευτερεύουσας σημασίας, ένα τυχαίο «παραπροϊόν» της ανάπτυξης του εγκεφάλου μας; Σε αυτό το ερώτημα οι απόψεις των ειδικών διίστανται. Η πολύχρονη διαμάχη μεταξύ αυτών που υποστηρίζουν τον «έμφυτο» προσαρμοστικό και όσων υποστηρίζουν τον «επίκτητο» μη προσαρμοστικό χαρακτήρα των αφηγηματικών μας ικανοτήτων παραμένει, ώς τις μέρες μας, ανοιχτή και εξίσου παραπλανητική με το παρελθόν.
Πάντως, τα τελευταία χρόνια, οι έρευνες της Νευροαφηγηματικής κατάφεραν να τεκμηριώσουν την προκλητική βιολογικά άποψη ότι οι άνθρωποι δεν είναι μόνο «Sapiens» άλλα και «Narrans», είναι δηλαδή αφηγηματικά ζώα που πιθανότατα έχουν ενστικτωδώς την ανάγκη να δημιουργούν και να ακούνε διάφορα αφηγήματα. Κάτι που επιβεβαιώνεται έμμεσα από την πανανθρώπινη επιρροή των προφορικών αφηγήσεων, των λογοτεχνικών μυθιστορημάτων, των θεατρικών έργων και, πιο πρόσφατα, των μαζικών θεαμάτων στην tv και των ιστοριών στο διαδίκτυο. Εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους αφηγηματικές πρακτικές, που ωστόσο βασίζονται στη διαχρονική ανάγκη του ανθρώπινου εγκεφάλου να δημιουργεί και να ιδιοποιείται νέες πληροφορίες, νέα πρότυπα συμπεριφοράς και, ενίοτε, να ταυτίζεται με τους φανταστικούς πρωταγωνιστές των ιστοριών που ακούει ή βλέπει.
Το γεγονός της διαχρονικής παρουσίας και της σημασίας των αφηγημάτων στη ζωή των ανθρώπων δείχνει ότι πρόκειται πιθανότατα για μια έμφυτη βιολογικά ικανότητα: δηλαδή για μια εξελικτική «προσαρμογή» που πρέπει να επιλέχθηκε σε μια πολύ πρώιμη φάση της προϊστορίας του είδους μας, επειδή συνέβαλλε τόσο στη βελτίωση της προσαρμοστικής ικανότητας των πρώτων «Ανθρώπων αφηγητών» (Homo narrans) όσο και στην κοινωνική συνεκτικότητα των ομάδων που αυτοί δημιουργούσαν.
Υπό αυτή την έννοια, είμαστε κυριολεκτικά εξαρτημένοι από τις αφηγηματικές πρακτικές που δημιουργούμε, όχι τόσο από συνειδητή επιλογή μας όσο από βιολογική αναγκαιότητα. Αυτή η καινοφανής εξελικτική εξήγηση για την εμφάνιση της αφηγηματικής ικανότητάς μας ως βιολογικής «προσαρμογής» διατυπώθηκε πρώτη φορά ρητά στο βιβλίο «Το αφηγηματικό ζώο» (The storytelling animal), του Αμερικανού Τζόναθαν Γκότσχολ (Jonathan Gottschall), καθηγητή Συγκριτικής και Εξελικτικής Λογοτεχνίας στο Washington & Jefferson College του Πίτσπεργκ (Πενσιλβάνια).
Το πρόβλημα με αυτή την άποψη που θεωρεί την τυπικά ανθρώπινη αφηγηματική ικανότητα ως εξελικτικά προεπιλεγμένη «προσαρμογή» είναι ότι κάποιες εξ ορισμού τυχαίες γενετικές μεταλλάξεις οδήγησαν τελεολογικά στις μεγάλες εγκεφαλικές αλλαγές και αναδιατάξεις που απαιτούνται για την εμφάνιση αυτής της ιδιαίτερης αφηγηματικής μας ικανότητας. Ομως, αυτό προϋποθέτει ότι οι τυχαίες βιολογικές αλλαγές είχαν, από την αρχή, εμφανή προσαρμοστική αξία και για αυτό επιλέχθηκαν ή σχεδιάστηκαν σκοπίμως κατά την εξέλιξη του είδους μας. Σε αυτό το αποφασιστικό ζήτημα δεν υπάρχει ακόμη ομοφωνία μεταξύ των ειδικών.
Για παράδειγμα, ο κορυφαίος εξελικτικός παλαιοντολόγος και επιστημολόγος Stephen Jay Gould είχε διατυπώσει, ήδη από τα τέλη του εικοστού αιώνα, πολλές σοβαρές αντιρρήσεις στην εφαρμογή της έννοιας της βιολογικής «προσαρμογής» ως καθολικής ή μοναδικής εξήγησης για την προέλευση όλων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός είδους. Και ακόμη λιγότερο για τη νομιμότητα της εφαρμογής της έννοιας της προσαρμογής όταν πρόκειται για την περιγραφή της εξελικτικής προέλευσης και της ανάδυσης των πολύ ιδιαίτερων ανθρώπινων χαρακτηριστικών, όπως π.χ. είναι οι νοητικές ικανότητες που εμπλέκονται στην ανθρώπινη γνωστική και καλλιτεχνική περιπέτεια.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Stephen Jay Gould αρνείται την αποκλειστικά εξελικτική και άρα βιολογική προέλευση αυτών των τυπικά ανθρώπινων χαρακτηριστικών. Ισχύει το ακριβώς αντίθετο, αφού υποστηρίζει ρητά ότι στο σύνολό της κάθε πολιτισμική και κοινωνική συμπεριφορά μας είναι το «παραπροϊόν» των προγενέστερων προσαρμογών που οδήγησαν στην πολύ πιο θεμελιώδη εξέλιξη του υπερμεγέθους και πολυπλοκότερου εγκεφάλου του «Homo narrans». Ομως για αυτά θα πούμε περισσότερα στο επόμενο άρθρο.
Dick Swaab
Είμαστε ο εγκέφαλός μας
Στις σελίδες αυτού του πολύ επιτυχημένου διεθνώς βιβλίου –έχει μεταφραστεί σε 15 γλώσσες– ο συγγραφέας, καταφεύγοντας σε πλήθος οικείων σε όλους παραδειγμάτων που διαφωτίζονται επαρκώς από τα νέα ερευνητικά δεδομένα των Νευροεπιστημών, υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να θεωρείται πλέον προφανές από όλους πως οι βιολογικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης μοναδικότητας, τόσο ως είδος όσο και ως άτομα, όχι απλώς μπορούν αλλά οφείλουν να αναζητηθούν στις πολύπλοκες δομές και τις λειτουργίες του εγκεφάλου μας. Εξάλλου, όπως δηλώνει απερίφραστα και προκλητικά ο τίτλος του βιβλίου του διάσημου Ολλανδού νευροεπιστήμονα Dick Swaab: εμείς οι άνθρωποι «Είμαστε ο εγκέφαλός μας».
Το καθένα από τα 20 κεφάλαια του βιβλίου είναι μια εύληπτη και καλά τεκμηριωμένη παρουσίαση για το πώς ακριβώς αναδύονται μέσα από τον λαβύρινθο των εγκεφαλικών δομών οι πιο «αιθέριες» νοητικές μας λειτουργίες: από τα βασικά αισθήματα της ηδονής και της επιθετικότητας, μέχρι τις νευρωνικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης γλώσσας και συνείδησης. Ενα εύληπτο και γοητευτικό βιβλίο για τις κατακτήσεις των επιστημών του εγκεφάλου, που κυκλοφορεί από τις εκδ. Παπαζήση πολύ καλά μεταφρασμένο από τη Φωτεινή Χρηστίδη και επιστημονικά επιμελημένο από τον καθηγητή Αζαρία Καραμανλίδη.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Το blog TEO O ΜΑΣΤΟΡΑΣ ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει σχετικά σε άρθρα που αναδημοσιεύονται από διάφορα ιστολόγια. Δημοσιεύονται όλα για την δική σας ενημέρωση.