Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Νευρομανία ή νευροφοβία;

Το (ψευδο-) επιστημονικό δίλημμα της επιλογής μεταξύ των νευρομανιακών και των νευροφοβικών


Ο 21ος αιώνας απ’ τη σκοπιά της επιστήμης περιγράφεται δικαίως ως ο «αιώνας του εγκεφάλου και του νου», αφού στην επιστημονική έρευνα πρωταγωνιστούν οι Νευροεπιστήμες. Και η κατανόηση της οργάνωσης και της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου αποτελεί αναμφίβολα μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις τόσο για την τρέχουσα όσο και για τη μελλοντική τεχνοεπιστήμη. Γεγονός που αναγνωρίζεται όχι μόνο από τους επιστήμονες αλλά και από τις κυβερνήσεις όλων των ανεπτυγμένων χωρών, οι οποίες και χρηματοδοτούν αφειδώς τα μεγάλα και ιδιαίτερα δαπανηρά ερευνητικά προγράμματα. Πώς εξηγείται, λοιπόν, το ότι η τρέχουσα νευροεπιστημονική επανάσταση «αμαυρώνεται» τόσο από την υπεραισιόδοξη νευρομανία όσο και από την πεσιμιστική νευροφοβία;
Η ρομαντική θεώρηση της λογοτεχνίας ή της ποίησης -αλλά και ευρύτερα της τέχνης- ως μιας ασώματης, απόκοσμης και σχεδόν υπερφυσικής δραστηριότητας του ανθρώπινου «πνεύματος» υπήρξε ανέκαθεν το βασικό εμπόδιο για την ουσιαστική κατανόηση των πραγματικών φυσικών-βιολογικών και κοινωνικών-πολιτισμικών προϋποθέσεων της ανθρώπινης σκέψης και αισθητικής. Το κοινότοπο, αλλά γνωστικά αυθαίρετο διαζύγιο των φυσικών επιστημών από τις λεγόμενες «καλές τέχνες» όχι μόνο δεν πρέπει να θεωρείται, σήμερα, αναγκαίο ή οριστικό, αλλά αποδεικνύεται και διπλά καταστροφικό: αφ’ ενός περιορίζει ασφυκτικά και φτωχαίνει την επιστημονική έρευνα αυτών των βιο-πολιτισμικών φαινομένων και αφ’ ετέρου «εξαϋλώνει» κάθε διανοητική δημιουργία ή καλλιτεχνική έκφρασή μας, όταν τις περιγράφει ως αποκλειστικά «υπερβατικές» ή ασώματες δραστηριότητες.

Οπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, η «νευρο-αφηγηματική» είναι το νεόκοπο πεδίο έρευνας που επιχειρεί να αποκαλύψει ποιοι εγκεφαλικοί μηχανισμοί εμπλέκονται στην παραγωγή και την απόλαυση του προφορικού ή γραπτού λόγου, καθώς και το πώς η νευροαισθητική εμπειρία του έναρθρου λόγου τροποποιεί τις εγκεφαλικές δομές που την παράγουν. Το πέρασμα, ωστόσο, από τη Νευροεπιστήμη στη Νευροαισθητική δεν είναι ούτε τόσο εύκολο (γνωστικά) ούτε τόσο ανώδυνο (ανθρωπολογικά) όσο προπαγανδίζεται από τους πρωταγωνιστές αυτού του φιλόδοξου επιστημονικού προγράμματος, που συνήθως περιγράφεται ως «νευρομανία». Μολονότι απαξιωτικός, ο όρος «νευρομανία» περιγράφει επακριβώς την κυρίαρχη πλέον επιστημονική τάση να μεταφράζονται μόνο με νευρωνικούς όρους οι επίκτητες ικανότητες της γραφής και της ανάγνωσης.

Ωστόσο, το να «εξηγούνται» αυτές οι νέες λογοπλαστικές πρακτικές μας και οι σχετικά πρόσφατες ιστορικά εκδηλώσεις της εγγραμματοσύνης μας ως αποκλειστικά εγκεφαλικές ικανότητες γεννά κάποιες άλλοτε εύλογες και άλλοτε παράλογες νευροφοβικές αντιδράσεις. Διότι, όπως θα δούμε, το νευρομανιακό πρόταγμα της αναγωγής αποκλειστικά στον ανθρώπινο εγκέφαλο τόσο των καθημερινών επικοινωνιακών μας πρακτικών όσο και της μεγάλης γλωσσικής δημιουργικότητας του είδους μας βασίζεται σε ορισμένες αυθαίρετες επιστημολογικές και μεθοδολογικές παραδοχές, που οδηγούν όχι μόνο στις γνωστικές παρανοήσεις της νευροφοβίας, αλλά και σε σοβαρές ιατρικές-θεραπευτικές και μαθησιακές-παιδαγωγικές παγίδες.
 
Νευροφοβικές αντιδράσεις και νευρομανιακά δόγματα

 
Τα τελευταία χρόνια, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη η μεγάλη γνωσιακή και τεχνολογική επανάσταση των επιστημών του εγκεφάλου και του νου, οι οποίες επιχειρούν, με νέες μεθόδους, να αποκρυπτογραφήσουν τα μυστικά του πολυπλοκότερου οργάνου του σώματός μας: του ανθρώπινου εγκεφάλου. Ωστόσο, οι εκρηκτικοί ρυθμοί ανάπτυξης των Νευροεπιστημών γεννούν είτε νευρομανιακά είτε νευροφοβικά σενάρια για τις πρωτοφανείς δυνατότητες και τις εφαρμογές της νέας νευρο-τεχνολογίας


Το δυσεπίλυτο φιλοσοφικά ή θεολογικά αίνιγμα των ιδιαίτερων νοητικών μας ικανοτήτων και της σχέσης τους με τον εγκέφαλό μας διερευνάται πλέον επιστημονικά από τις σύγχρονες Νευροεπιστήμες. Οι οποίες αποτελούν τη νέα «Big Science» (Μεγάλη Επιστήμη), ένας κοινωνιολογικός όρος που περιγράφει κάθε ιδιαίτερα παραγωγικό και πολλά υποσχόμενο -κυρίως για τις εφαρμογές του- επιστημονικό πεδίο έρευνας, στο οποίο και επενδύονται πολλά χρήματα, τόσο από τα κρατικά όσο και από τα ιδιωτικά κέντρα εξουσίας.

Δυστυχώς, οι γνωστικές καινοτομίες κάθε πραγματικά «Μεγάλης Επιστήμης» συνοδεύονται και από εξίσου μεγάλες γνωστικές παρανοήσεις και κοινωνικοπολιτικές διαστρεβλώσεις. Και η τρέχουσα νευροεπιστημονική επανάσταση δεν αποτελεί εξαίρεση, αφού οι συγκλονιστικές ανακαλύψεις της οδηγούν αφενός στη νευρομανία και αφετέρου στη νευροφοβία. Δύο προβλέψιμες αλλά όχι αναπόφευκτες διαστρεβλώσεις της νευροεπιστημονικής γνωστικής περιπέτειας, που η υιοθέτησή τους -είτε από επιφανείς επιστήμονες είτε από απλούς πολίτες- οδηγεί σε εντελώς εσφαλμένα συμπεράσματα σχετικά με τη φύση των ανθρώπινων νοητικών ικανοτήτων και την κοινωνικοπολιτική διαχείριση των εγκεφάλων μας.

Οταν στην επιστημονική διαχείριση και στην κοινωνική ιδιοποίηση των πιο πρόσφατων κατακτήσεων της Νευροεπιστήμης υπεισέρχεται η «νευρομανία» ή, εναλλακτικά, η «νευροφοβία», μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι δεν πρόκειται πια για επιστήμη αλλά για ιδεολογία. Δεδομένου ότι τόσο η «νευρομανία» όσο και η δήθεν εναλλακτική «νευροφοβία» αποτελούν δύο εξίσου ψευδοεπιστημονικές και μυθολογικές ερμηνείες των πραγματικών φαινομένων. Εξάλλου, αμφότερες αποδέχονται άκριτα την κυρίαρχη στις μέρες μας μόδα να θεωρούνται όλες οι τυπικά ανθρώπινες ικανότητες και συμπεριφορές ως τα άμεσα προϊόντα της λειτουργίας κάποιας μεμονωμένης δομής του εγκεφάλου μας.

Και μολονότι κάθε επιμέρους νοητική ιδιαιτερότητά μας δεν είναι ούτε ένα ιστορικό «θαύμα» ούτε το προϊόν θεϊκής δημιουργίας, αλλά ένα ιδιαίτερο εξελικτικό-βιολογικό φαινόμενο που σχετίζεται όντως με την ανάπτυξη του εγκεφάλου μας, η επιβίωσή μας ως βιολογικού είδους δεν εξαντλείται ούτε και εξαρτάται αποκλειστικά από τον εγκέφαλό μας. Πώς εξηγείται, λοιπόν, το ότι η νευροεπιστημονική έρευνα επιχειρεί με κάθε τρόπο να αναγάγει το σύνολο των νοητικών μας ικανοτήτων σε ορισμένα επιμέρους -και κάθε φορά διαφορετικά- εγκεφαλικά «κέντρα»;

Η φαινομενικά ανορθολογική εμμονή της Νευροεπιστήμης με τον εγκέφαλο προκύπτει από την «αναγωγιστική σκέψη και μέθοδο», που, ενώ διαμορφώθηκε στη Δύση, υιοθετείται πλέον από κάθε φυσική επιστήμη. Πρόκειται για τη μεθοδολογική αρχή που επιβάλλει να εξηγείται, δηλαδή να «ανάγεται» το πολύπλοκο στο πιο απλό, π.χ. η ανθρώπινη κατάσταση μέσω των γονιδίων μας ή μέσω των εγκεφάλων μας. Πρόκειται για ένα πανίσχυρο μεθοδολογικά εργαλείο γνώσης, που, εντούτοις, μπορεί να οδηγήσει πρόσκαιρα σε μια εντελώς παραπλανητική επιστημονική εικόνα της πραγματικότητας. Κάτι που ισχύει περισσότερο όταν πρόκειται για τις Νευροεπιστήμες, που διερευνούν προγραμματικά τις δομές και τις λειτουργίες του βιολογικού οργάνου που τις παράγει!

Πάντως, το καίριο ερώτημα, σήμερα, δεν είναι τόσο «αν» αλλά «πώς» οι πρόσφατες κατακτήσεις των Νευροεπιστημών μπορούν να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση της μηχανής του ανθρώπινου νου, αλλά και στην αντιμετώπιση των πιο σοβαρών νευροεκφυλιστικών δυσλειτουργιών της; Αυτή η διπλά επωφελής προοπτική -της μεγαλύτερης αυτογνωσίας και αυτοθεραπείας- έχει οδηγήσει, στις μέρες μας, σε μια άνευ προηγουμένου εμμονή με τον εγκέφαλο. Κυριολεκτικά σε μια… «νευρομανία».

Πώς εξηγείται, λοιπόν, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι αντιδρούν «νευρο-φοβικά» στη νέα εγκεφαλοκεντρική επιστημονική «μόδα»; Γιατί ανησυχούν και τρομάζουν με την προοπτική, στο εγγύς μέλλον, μια νέα επεμβατική και υπολογιστική νευροτεχνολογία να καταφέρει, συνδυάζοντας τις νέες τεχνολογίες εγκεφαλικής απεικόνισης με τις στοχευμένες νευροχειρουργικές επεμβάσεις, είτε να «διαβάζει» είτε και να «αλλάζει» επιλεκτικά τον ανθρώπινο εγκέφαλο, έδρα των πιο μύχιων σκέψεων και των πιο απόκρυφων συναισθημάτων μας;
 
Πέρα από τα νευρομανιακά ή τα νευροφοβικά αδιέξοδα

Κρίνοντας από τη μέχρι σήμερα επιλεκτική και μεροληπτική κοινωνικοπολιτική διαχείριση, καθώς και τις εξόφθαλμα ιδιοτελείς εφαρμογές των πιο σημαντικών τεχνοεπιστημονικών κατακτήσεων, τόσο οι ειδήμονες όσο και οι απλοί πολίτες έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν και να ζητούν επιτακτικά μια νέα κοινωνική ρύθμιση και μια πλανητική συμφωνία για τον κοινωνικό έλεγχο των αθέμιτων νευροτεχνολογικών εξελίξεων, ώστε να αποτραπούν εγκαίρως τα πιο σκοταδιστικά σενάρια για τις εφαρμογές της νέας νευροτεχνολογίας, στο εγγύς ή το απώτερο μέλλον.

Ευτυχώς, τόσο τα νευροφοβικά όσο και τα νευρομανιακά σενάρια που προβάλλονται από τα ΜΜΕ διαψεύδονται από τα δεδομένα των, μέχρι σήμερα, ερευνών, τα οποία δεν ενισχύουν καθόλου ούτε τις υπεραισιόδοξες νευρομανιακές προβλέψεις ούτε, όμως, δικαιολογούν τα σκοταδιστικά νευροφοβικά σενάρια. Αντίθετα, μας αποκαλύπτουν τα εγγενή όρια και τα ανυπέρβλητα, για την ώρα, τεχνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η σημερινή νευροτεχνολογία.

Παρ’ όλα αυτά, η λυσσαλέα αντιπαράθεση μεταξύ των νευρομανιακών και των νευροφοβικών, που διχάζει τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, ίσως να οφείλεται τελικά σε έναν ιδιότυπο επιστημολογικό «νευροαναλφαβητισμό». Οπότε μάταια επιφανείς νευροεπιστήμονες προτείνουν πιο ισορροπημένες θέσεις και επισημαίνουν ότι αυτή η σύγκρουση οφείλεται πρωτίστως στην αδυναμία κατανόησης τόσο των εγγενών θεωρητικών όσο και των μεθοδολογικών περιορισμών της σύγχρονης Νευροεπιστήμης.

Συνεπώς, με βάση τα όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα σχετικά με τη δομή, την οργάνωση και τις λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου, καμία από τις υπάρχουσες νευροαπεικονιστικές τεχνολογίες δεν είναι σε θέση να διαβάζει «σαν ανοιχτό βιβλίο» τον εγκέφαλο που τις δημιούργησε. Και τα αίτια αυτής της αδυναμίας θα πρέπει να αναζητηθούν όχι τόσο στην τεχνολογική ή την επιστημονική μας ανεπάρκεια όσο στην εγγενή πολυπλοκότητα των εγκεφαλικών-νοητικών λειτουργιών της μνήμης, της μάθησης, της γλώσσας, της αφαιρετικής ή συμβολικής σκέψης και της συνείδησης, δηλαδή των τυπικών εκδηλώσεων του ανθρώπινου νου. Ο οποίος μπορεί όχι απλώς να υπερβαίνει, αλλά, ενίοτε, και να επηρεάζει αναδραστικά την εγκεφαλική μηχανή που τον δημιουργεί.


Walter Jackson Ong
Προφορικότητα & εγγραμματοσύνη


Αν αναζητάτε ένα έγκυρο και εντυπωσιακά διαφωτιστικό βιβλίο για τις διαφορές των προφορικών από τους εγγράμματους πολιτισμούς και για το «νοοβιολογικό» και ανθρωπολογικό άλμα που επέφεραν η επινόηση και η διάδοση της γραφής-ανάγνωσης, δηλαδή η εκτεχνολόγηση του προφορικού λόγου, τότε το βιβλίο του W. J. Ong είναι η καλύτερη δυνατή επιλογή. Αριστα μεταφρασμένο και επιμελημένο από τις εκδ. ΠΕΚ, το βιβλίο αυτό διερευνά συστηματικά σε τι διαφέρει ο τρόπος με τον οποίον εκφράζονται και σκέπτονται οι άνθρωποι στις προφορικές κοινωνίες -κοινωνίες στις οποίες η τεχνική της γραφής και της ανάγνωσης είναι άγνωστη ή ελάχιστα διαδεδομένη- από τον τρόπο που σκέπτονται και εκφράζονται οι άνθρωποι στις «εγγράμματες κοινωνίες», στις οποίες η τεχνική της ανάγνωσης και της γραφής είναι γνωστή και διαδεδομένη.

Πώς επέδρασε η σταδιακή «εσωτερίκευση» της γραφής-ανάγνωσης στον τρόπο σκέψης και στη συνείδηση των μοντέρνων «εγγράμματων ανθρώπων», αλλά και στη δημιουργία των αφηγηματικών τεχνών, στην ανάπτυξη της σύγχρονης επιστήμης, φιλοσοφίας και κριτικής σκέψης; Σε αυτά τα αποφασιστικά ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει το βιβλίο του Walter Jackson Ong, που, εκτός από Ιησουίτης ιερέας, ήταν και πρωτοπόρος Αμερικανός ερευνητής των περίπλοκων βιο-πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων και των ανθρωπολογικών πτυχών της μετάβασης από την προφορικότητα στον γραμματισμό. 

https://www.efsyn.gr/epistimi/mihanes-toy-noy/500082_neyromania-i-neyrofobia#goog_rewarded 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το blog TEO O ΜΑΣΤΟΡΑΣ ουδεμία ευθύνη εκ του νόμου φέρει σχετικά σε άρθρα που αναδημοσιεύονται από διάφορα ιστολόγια. Δημοσιεύονται όλα για την δική σας ενημέρωση.